ανοργάνωτος

[анорганотос] εκ. неорганизованный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανοργάνωτος" в других словарях:

  • ανοργάνωτος — η, ο 1. ο μη οργανωμένος, αυτός που βρίσκεται σε αταξία 2. αυτός που δεν έχει ενταχθεί σε κάποια οργάνωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + οργανώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1867 στον Επαμ. Δεληγιώργη] …   Dictionary of Greek

  • ανοργάνωτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν είναι οργανωμένος, συγκροτημένος, ο ατακτοποίητος: Η τεχνική εκπαίδευση είναι ακόμη ανοργάνωτη. 2. αυτός που δεν ανήκει σε οργάνωση, σωματείο: Υπάρχουν πολλοί εργάτες και υπάλληλοι ανοργάνωτοι. Ουσ. ανοργανωσιά, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αδιάρθρωτος — η, ο (Α ἀδιάρθρωτος, ον) [διαρθρῶ] 1. αυτός που δεν διαρθρώθηκε, ασυναρμολόγητος, ατακτοποίητος, ανοργάνωτος, ασύνδετος 2. (για τον λόγο) άναρθρος, συγκεχυμένος νεοελλ. (για έμβρυα) αυτό που δεν απόκτησε ακόμη άρθρα, μέλη τού σώματος αρχ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • αδιοργάνωτος — η, ο (Α ἀδιοργάνωτος, ον) [διοργανῶ] αυτός που δεν διοργανώθηκε ή αυτός που δεν έχει καλή οργάνωση, ο ανοργάνωτος …   Dictionary of Greek

  • ασύντακτος — και χτος, η, ο (AM ἀσύντακτος, ον, Α και ἀξύν ) [συντάσσω] 1. ανοργάνωτος, άτακτος, ακατάστατος 2. (για στρατεύματα) αυτός που δεν έχει παραταχθεί για μάχη 3. (για λόγο ή κείμενο) που δεν τηρεί τους συντακτικούς κανόνες νεοελλ. για γραπτά κείμενα …   Dictionary of Greek

  • στουρμ ουντ ντρανγκ — (Sturm und Drang). Κατά λέξη Θύελλα και Ορμή, από το ομώνυμο δράμα, 1777, του Φρήντριχ Μαξιμίλιαν Κλίνγκερ). Ιδεολογικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Γερμανία μεταξύ του 1770 και του 1880 περίπου και κινητοποίησε τις ζωντανότερες δυνάμεις του… …   Dictionary of Greek

  • αδιάρθρωτος — η, ο ασυναρμολόγητος, ανοργάνωτος: Η μελέτη του είναι καλογραμμένη, αλλά αδιάρθρωτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασύνταχτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έχει σε τάξη τοποθετημένους όσους τον αποτελούν, ασυγκρότητος, ανοργάνωτος: Το πλήθος, ασύνταχτο καθώς ήταν, εύκολα διαλύθηκε από το στρατό. 2. αυτός που είναι συντακτικά λανθασμένος: Δεν την περίμενα τόσο ασύνταχτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.